Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Το Πάσχα της Φανής!


Σοφία Βλάχου
Τέσσερα χρόνια τώρα, η Φανή δε θέλει να έρχεται το Πάσχα. Ακούει τα παιδιά στο σχολείο που αδημονούν κι όλο κρύβεται. Βλέπεις εδώ δεν είναι όπως στο χωριό της. Γιατί η Φανή ήρθε από την Αλβανία. Γιατί το στίγμα γέμισε και φούσκωσε την ψυχή της, για να ξεχειλίζει τις νύχτες σε πνιχτά κλάματα κάτω από τις κουβέρτες. Δεν το θέλει το Πάσχα η Φανή. Αυτή αλλιώς το ήξερε το Πάσχα στο χωριό της. Μα δεν το μαρτυράει το μυστικό της. Έχει ένα τετράδιο μόνο, και κει μέσα λύνει τη σιωπή της. Το Πάσχα στο χωριό που μένει τώρα με την οικογένειά της, έρχονται οι πρωτευουσιάνοι.

Τα Χριστούγεννα δεν έρχονται. Κάνει πολύ κρύο, είναι και τα πλούσια “ρεβεγιόν”- δεν πολυκαταλαβαίνει τη σημασία της λέξης, αλλά δε θέλει να ρωτήσει, έτσι, από εγωισμό. Τέλος πάντων οι πρωτευουσιάνοι έρχονται μόνο το Πάσχα. Αλλιώς πώς, το χωριό της αρέσει. Είναι ήσυχο κι οι περισσότεροι χωριανοί τους καλομιλούν. Ο πατέρας κι η μάνα της δουλεύουν στα χωράφια. Κι όχι μόνο, ό,τι θες κάνουν. Ευτυχώς! Μένουν σ΄ ένα σπίτι που το είχαν κάποιοι για αποθήκη (για να λέμε την αλήθεια σταύλος ήταν). Στην αρχή δεν είχαν ηλεκτρικό. Έπειτα τους έβαλε μια μπαλαντέζα ο κυρ Απόστολος και πήρανε ρεύμα απ' το μαγειριό. Η μάνα της Φανής είναι νοικοκυρούλα. Πώς ήταν η αποθήκη (στάβλος) και πως μεταμορφώθηκε (σπίτι)! Το σπίτι της Φανής είναι στην αυλή του κυρ Αποστόλη. Καλός άνθρωπος. Από τους πρώτους νοικοκυραίους. Όταν είχαν έρθει από την Αλβανία τους περιμάζεψε, έδωσε δουλειά στον πατέρα της Φανής κι έντυσε όλη την οικογένειά της.  

Ο κυρ Αποστόλης έχει τρεις αδερφές και δυο αδερφούς. Όλοι αυτοί είναι παντρεμένοι και ζουν στην Αθήνα. Κι έρχονται στο χωριό... μόνο το Πάσχα. Κάποτε είχε ακούσει τον κυρ Αποστόλη που έλεγε: “τα γαϊδούρια” κι εννοούσε τα αδέρφια του, “που έρχονται μόνο για τουρισμό”. Αυτό δεν το είπε μπροστά τους. Μπροστά τους, γέλια και χαρές. Οι πρωτευουσιάνοι έρχονται τη Μεγάλη Παρασκευή το μεσημέρι. Γεμίζει η αυλή αστραφτερά αυτοκίνητα. Βγάζουν βαλίτσες, βγάζουν παιδιά, βγάζουν σακούλες με κουτιά ζαχαροπλαστείων, “είναι από του Φλόκα, αριστούργημα, μα ναι, νηστίσιμο,φάτε. Όχι αυτό, είναι αρτημένο. Υπομονή, μια μέρα έμεινε...να, πάρε κι εσύ κυρά τέτοια..”  

Η "κυρά τέτοια" ήταν η μάνα της Φανής. Οι πρωτευουσιάνοι είναι ντυμένοι ωραία. Οι πρωτευουσιάνοι πάνε στον επιτάφιο τη Μ. Παρασκευή κι η Φανή παρακαλάει να υπήρχε μια άλλη εκκλησία, χωρίς πρωτευουσιάνους, γιατί μιλάνε συνέχεια στην εκκλησία και δεν μπορεί η Φανή να ευχαριστηθεί τους ψαλμούς. Η Φανή δε θέλει να βλέπει τα ωραία ρούχα των πρωτευουσιάνων γιατί τα δικά της πριν της αρέσανε ενώ τώρα που τα συγκρίνει, όχι. Καταλαβαίνει πως φοράει αποφόρια, δεν ντρέπεται, δεν πρέπει να ντρέπεται κι όμως κρύβεται πίσω πίσω. Το Μ. Σάββατο, οι πρωτευουσιάνοι γκρινιάζουν όλη τη μέρα επειδή νηστεύουν. Κι όμως, όλο μασουλάνε. Η αυλή γεμίζει παιχνίδια που όταν τα ακουμπάς βγάζουν φωνές και τηλέφωνα...γιατί οι πρωτευουσιάνοι μιλάνε συνέχεια στο τηλέφωνο. Ο καημένος ο κυρ Αποστόλης! Είχε πελαγώσει με τόσο κόσμο. Μόνος του να σουβλίσει το αρνί, μόνος να φτιάξει το κοκορέτσι, δηλαδή βοηθούσε κι ο πατέρας της Φανής. Τότε ήταν που τον άκουσε να λέει τ' αδέρφια του “γαϊδούρια”. Το βράδυ της Ανάστασης στο σπίτι γίνεται πανζουρλισμός. Όλοι φωνάζουν όλους. Όλοι διαμαρτύρονται πως κάτι δεν βρίσκουν. Οι άντρες φωνάζουν στις γυναίκες πως αργούν να ετοιμαστούν. Τα παιδιά ψάχνουν τις λαμπάδες τους. Ποιες λαμπάδες! Αυτές δεν είναι λαμπάδες! Είναι παιχνίδια που έχουν κολλημένη τη λαμπάδα. Και τα παιδιά μαλώνουν μεταξύ τους ποιος έχει την ωραιότερη. Έχει κι η Φανή λαμπάδα. Είναι ωραία. Έχει μια κούκλα με ξανθά μαλλιά και χρυσό φόρεμα. Την αγόρασε η νονά της Φανής, η κυρά Φρόσω, η γυναίκα του κυρ Αποστόλη. Η κυρά Φρόσω είναι περήφανη γιατί βάφτισε όλη την οικογένεια της Φανής. Όταν ο παπάς πει το Χριστός Ανέστη, οι πρωτευουσιάνοι παίρνουν τις λαμπάδες τους και φεύγουν. Θέλουν να προλάβουν το πρόγραμμα στην τηλεόραση και να φάνε τη μαγειρίτσα που ετοίμασε η κυρά Φρόσω. Η Φανή κάθεται με την οικογένειά της μέχρι να τελειώσει η λειτουργία. Χρόνια ολόκληρα, τους απαγόρευαν τον εκκλησιασμό στην Αλβανία, τώρα θα σηκωθούν και θα φύγουν, να μείνει ο παπάς μόνος του; Την Κυριακή του Πάσχα, οι πρωτευουσιάνοι ξυπνούν αργά.”Τους έπεσε βαριά η μαγειρίτσα” είπε ο κυρ Αποστόλης. Ανοίγουν τα ραδιόφωνα από τα αυτοκίνητά τους και βάζουν δημοτικά. Χορεύουν και τσιμπάνε κοκορέτσι μέχρι να ψηθεί το αρνί.  

Πέρσι ο κυρ Αποστόλης αγόρασε ηλεκτρική σούβλα γιατί “δε θα ξεχεριάζομαι εγώ κι αυτοί ν' αγναντεύουν τη φωτιά”, είπε. Οι πρωτευουσιάνοι, ακόμη και το Πάσχα μιλάνε συνέχεια στο τηλέφωνο. Μια κυρία πέρσι, αγανάχτησε με τον άντρα της που μιλούσε συνέχεια στο κινητό κι αφού καυγάδισε μαζί του, άρπαξε το τηλέφωνο και το πέταξε στα κάρβουνα. Η Φανή είχε ξεκαρδιστεί... 

Αργά το απόγευμα της Κυριακής οι πρωτευουσιάνοι φεύγουν. Τότε η Φανή ξαλαφρώνει. Είναι πάλι δικά της, η αυλή, η ησυχία, το χωριό. Πλησιάζει το Πάσχα. Η Φανή κοιτάζει τη μάνα της και τα χέρια της που άγρια από τις δουλειές τη γρατζουνάνε όταν τη χαϊδεύουν. Πόσο τ' αγαπάει αυτά τα χέρια που δεν τους ταιριάζουν φανταχτερά βερνίκια νυχιών και ακριβά δαχτυλίδια. Πόσο τ' αγαπάει!

Ιωάννα Νταρίλλη


2 σχόλια:

  1. Καλό Πάσχα hana μου
    καλή Ανάσταση να έχεις με υγεία
    να περνάς καλά με τους αγαπημένους σου.

    Τα φιλιά μου κοριτσάκι μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλή Ανάσταση και σε σένα Λεβίνα μου! Με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει...
    Να είσαι καλά κι όσοι αγαπάς!
    :)))))

    ΑπάντησηΔιαγραφή