Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Χάνω τις ευχές


Χάνω τις λέξεις
Όσο κι αν τις ψάχνω
Αυτές κάνουν για λίγο κύκλο στο κεφάλι μου
Κι έπειτα σαν πεταλούδες ναζιάρες με εγκαταλείπουν
Χάνω τα νοήματα
Τα υπερβάλλουν τα γεγονότα
Γροθοκοπούν για λίγο το φλοιό του κρανίου
Και ακολουθούν τρελαμένες μύγες πάνω σε σκουπίδια αστών
Χάνω τις ευχές
Τις έκρυψε η ανοχή του καθησυχασμένου γείτονα
Χάνω τις εικόνες
Τις σκέπασαν τα χνώτα των άστεγων ψυχών
Στην άκρη των ευλαβικών συνειδήσεων των γαντοφορεμένων μαιτρ
Χάνω τα ερωτηματικά
Μέσα σε βίβλους ανιστόρητους σε έδρανα μασίφ
Μια γερουσία γαμφονύχηδων
Τόσο σάλιο ρέει γύρω τους
Που αντικατέστησε την κόλλα
Κόλακες της υψηλής τέχνης του ψέματος
Χάνω τις ευχές
Κι ένα μου μένει για να ζω!
Να πράττω…
hana

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

Ο λαθρεπιβάτης της ζωής σου...

Τα λαθραία του όνειρα απόψε
Δεν είχαν προορισμό
Στάθηκαν να κοιτούν κλεφτά
Τις δικές σου χρυσοστόλιστες υποθήκες
Είχε κι εκείνος μέλλον
Είχε μια μπάλα από χρόνια παιδικά
Ναι, ξέρω, κι εσύ είχες...
Έπειτα ο δρόμος έγινε ανηφόρα
Δεν είδες τον γκρεμό
Και τώρα ζητάς πιστοποιητικό ζωής ή θανάτου
Ε, ψιτ! για να πάει κανείς στον παράδεισο
Δεν χρειάζονται υπογραφές
Αρκεί να κοιτάξεις βαθιά στα μάτια του
Τη λαθραία του αγάπη
Χώρεσε σε μια φωτογραφία εποχής
Μα για εκείνον είναι πέτρα
Μια λαθραία αγκαλιά
Λίγο πριν ξημερώσει
Κρύο απόψε πολύ
Κρύψε τον διστακτικό σου εαυτό
Δικαιολόγησε τους φόβους σου
Και κοιμήσου ήσυχα...
Θα σε νανουρίσει
Ο λαθρεπιβάτης της ζωής σου...
Κι αν κάποτε κοιτάξεις στον καθρέφτη
Μην τρομάξεις
Εσύ είσαι αυτός!

hana

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

οι ήρωες κοιμούνται...


Μπορώ να έχω έναν καιρό
χωρίς ημερομηνίες
δίχως γενέθλια
και γιορτές;
Aρκεί η υπενθύμιση μέσω των χτύπων της καρδιάς
Είμαι ζωντανή και θυμάμαι
Τι να τις κάνω τις δάφνες
όταν η ιστορία ασθμαίνει
Κίτρινος αναποφάσιτος καιρός
έρμαιο μιας λογικής
που δεν κατάφερε να με πάει δυο βήματα πέρα
Κι εγώ που ονειρευόμουν υπερπόντια ταξίδια
ξεχάστηκα στην αίθουσα αναχωρήσεων χωρίς προορισμό
Πολλές οι μέρες κι οι νύχτες της αγρύπνιας αμέτρητες
με φαναράκια και δάδες δε φωτίζονται οι σκιές
Φως αναζητώ
κι οι ήρωες κοιμούνται
στα μπαούλα
στις αραχνιασμένες αποθήκες
εκτός ίσως...
εκτός...
hana

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

σώπασε τώρα!

Σώπασε τώρα
Kι αυτή η παγερή σιωπή με σε τρομάζει
Πρέπει να αφουγκραστείς το τελευταίο αιμοσφαίριο
Που ρέει πίσω από τα βλέφαρα
Και χρειάζεται απόλυτη σιωπή
Πρέπει να αισθανθείς τον πόνο μέχρι το βάθος
Του κρυμμένου σου όνειρου
Εκεί που η κλειδαριά
Χάσκει σπασμένη
Από τη δύναμη
Της πιο τρελής επιθυμίας σου για λευτεριά
Μήπως απαγορεύτηκε η λέξη;
Μήπως τα γράμματα ξεπληρώνονται στα ανταλλακτήρια όσο όσο;
Και συ αναρωτιέσαι ποια σημαία να σηκώσεις στο μπαλκόνι σου
Σώπασε τώρα
Φάε όλο το φαγητό σου
Κακό παιδί
Μαύρο, άσπρο, κόκκινο, μωβ παιδάκι...
Ποια η μάνα σου;
Ποια η γη σου;
Σώπασε τώρα
Κλείσε τα αυτιά γιατί οι ήχοι είναι ακατάλληλοι
Ένα, δύο, τρία...
Έμαθες να μετράς;
Κακό παιδί
Τι μετράς, πες μου! Τα χρόνια;
Τα χρόνια που πέρασαν;
Τα χρόνια που θα ΄ρθουν;
Απαγορεύεται
Σώπασε τώρα
Ξέχνα το μέτρημα
Βάλε τη σημαία στο μπαλκόνι και σκάσε

hana

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

ο δράκος ήταν αληθινός!


Μας νανούρισαν με μελωδίες μονότονες
με διαφημίσεις απορρυπαντικών
και σνακ
για να είμαστε καθαροί
και χορτάτοι
όταν θα μπήγουν το μαχαίρι στο λαιμό
Τα παραμύθια τους είχαν απ΄όλα!
Ένα μόνο μας διέφυγε:
Ο δράκος ήταν αληθινός...

Τα μόνα παραμύθια που ακούω πλέον
τα φτιάχνω μόνη μου
Έτσι, για να θυμάμαι καμιά φορά
πως είναι να πιστεύεις
πως ο δράκος είναι ψεύτικος!
hana

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

για τον Ερνέστο


Ο κόσμος ανήκει στους ονειροπόλους
Σε εκείνους που γεννήθηκαν με βλέμμα ουρανού
Με σημάδι θύελλας
Που κορόιδεψαν τις μοίρες
Που ο χρόνος τους βάφτισε με χρώματα ανεξίτηλα
Γιατί δεν τον φοβήθηκαν
Κι έμειναν στο πάντα
Στο παντού
Χωρίς να βάλουν στόχο την αιωνιότητα
Παρά μόνο το δικαίωμα
Μόνο τα λεύτερα πουλιά
Μόνο τον ήλιο για όλους
Μόνο την ίδια τη ζωή
Κι ας ήταν ο θάνατός τους βεβαίωση αθανασίας
Έτσι σταματά ο καιρός
Μέχρι να γεννηθεί η συνέχεια
Μέχρι κάποιος να ανασάνει με την ίδια δύναμη
Να κοιτάξει με την ίδια ματιά
Να ζωγραφίσει το ίδιο χαμόγελο στα χείλη
Και να αγαπήσει τόσο πολύ το αδύνατο!
hana

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

μην κρυφακούς!


Μην κρυφακούς που τραγουδώ,
θα ορίσω μόνη τις συντεταγμένες
για να ταξιδεύει η μελωδία
με αερόστατα, με πεταλούδες
σε γυάλινα δοχεία μυστικών.
Να μη σε νοιάζει...
Γιατί μπορώ να αλλάξω όλες τις λέξεις
να μην καταλαβαίνεις τίποτα...
Θα ποτίσω τα σύννεφα που στέλνεις πάνω μου
με θεωρία εναγκαλισμού σκέψεων
και όλες οι έρευνες θα παραμείνουν
σε συρτάρια σκοτεινά
άκαρπες
να δεις!
Μην κρυφακούς σου λέω
γιατί θα αλλάξω γλώσσα
και τότε
θα σου είναι δύσκολο να καταλάβεις
τα παιδικά μου αντιστασιακά τραγουδάκια...
hana

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

αναπόφευκτο τέλος...


Την ώρα που όλα τ' άλλα είχαν ξεκινήσει τρελό χορό με τον άνεμο
Την ώρα που του φώναζαν ν' αλλάξει στολή
Διστακτικό σκέφτηκε το φύλλο
Ν' αλλάξει χρώμα
Από πράσινο να γίνει κίτρινο
Κι έπειτα; να χαθεί;
Στ΄ ακροδάχτυλα του δειλινού
Άφησε το λυπημένο του χαμόγελο
Κι έγινε πορφυρό
για να το θαυμάζουν περισσότερο...
Μα η θύελλα δεν λυπήθηκε την ομορφιά του
Μονάχο και μουσκεμένο
Κοιμήθηκε για πάντα στο χώμα...
hana

Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Το τελευταίο μπάνιο (ευθυμογράφημα)


Όταν ήταν μικρή, τη λέγανε Φροσάκι. Τώρα πώς κατάντησε Φροσάρα, ούτε που το κατάλαβε! Η Φροσάρα, που λέτε, κουβαλά νυχθημερόν τα 170 κιλά της και βαρυγκωμεί. Όλο το χειμώνα προσπάθησε να βάλει λίγο φρένο σ’ αυτή την ακατάπαυστη βουλιμία, αλλά…
Είναι βλέπετε, η οικογένεια, τα παιδιά δηλαδή, που τρώνε το καταπέτασμα, κι έτσι η Φροσάρα όλη τη μέρα στην κουζίνα, δοκίμασε το ένα, δοκίμασε το άλλο, σιγά σιγά από τότε που παντρεύτηκε φούσκωσε σα μπαλόνι.
Είχε δοκιμάσει του κόσμου τις δίαιτες αλλά…
Τέλος πάντων, συνήθισε να τη φωνάζουν Φροσάρα. Μεγαλειώδες. Δηλώνει πυγμή. Φάε το φαΐ σου γιατί θα το φάει η Φροσάρα. Κι Φροσάρα γελάει με ένα γέλιο θαρρείς και θρυμματίζεται κρύσταλλο.
Χτες πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα κάνει μπάνιο στη θάλασσα. Από το διπλανό χωριό, όλο το καλοκαίρι έχουν βάλει πούλμαν για τα μπάνια. Μιάμιση ώρα μακριά η θάλασσα, τίποτα. Πάνε το πρωί και το βραδάκι είναι πάλι πίσω. Χόρτασαν μπάνια τα παιδιά. Η Φροσάρα δεν τόλμησε να μπει στο πούλμαν! Έστελνε τα παιδιά με τη θεια της και τις γειτόνισσες κι αυτή δρόσιζε το κορμί της με το λάστιχο στην αυλή.
Της άρεσε που περνούσε μόνη τα Σαββατοκύριακα. Από χθες όμως την είχε κυριεύσει μια απέραντη νοσταλγία για τη θάλασσα. Αυτό θα ήταν το τελευταίο δρομολόγιο.
Ζύμωσε ένα κιλό κιμά κεφτεδάκια και πρωί- πρωί, πριν ξυπνήσουν οι άλλοι, έβαλε τηγάνι. Έψαξε για κείνα τα παντόφλια που της έφερε μια φίλη της στα γενέθλιά της. Ήταν ασημένια, με χοντρό, μονοκόμματο τακούνι. Πέρασε το καλοκαίρι και δεν τα φόρεσε ούτε μια φορά. Θα τα φορέσει σήμερα. Κοίταξε τα φουσκωμένα της πόδια μέσα στο αστραφτερό ασημί και … μπα, γιατί να μη τα φορέσει, αυτή δε δικαιούται να φορέσει κάτι μοντέρνο; Θέλουν λίγο περιποίηση ίσως οι φτέρνες. Έτσι που αλωνίζει μέσα έξω ξυπόλητη, αυτές δεν είναι φτέρνες. Σαν να τις έκοψες με το μαχαίρι. Πρέπει κάτι να κάνει.
Έβαλε τα πόδια σε μια λεκάνη με ζεστό νερό να μουλιάσουν μπροστά στην τηλεόραση κι έτσι όπως χαλάρωσε, την πήρε ένας γλυκός ύπνος και έφυγε μακριά από γδαρμένες φτέρνες κι ανήσυχες σκέψεις για την εκδρομή.
Μπήκαν στο πούλμαν. Η Φροσάρα κάθισε σε δυο θέσεις, πράγμα που σήμαινε έναν περιπαιχτικό ψίθυρο και ματιές και σκουντήματα όλο νόημα μεταξύ των συνεπιβατών. Γύρω της ξεφύτρωναν φουσκωμένα σωσίβια, βαρκούλες κι ένα σωρό άλλα θαλάσσια αξεσουάρ. Τα παιδιά έδιναν μάχες σώμα με σώμα για να εξασφαλίσουν την ποθητή θέση δίπλα στο παράθυρο. Σωστό πανηγύρι! Δεν την ενοχλούσαν ποτέ οι παιδικές σκανταλιές. Παιδιά είναι! Αν δεν παίξουν τώρα, πότε θα παίξουν; Πολλές φορές μάλιστα έμπαινε κι αυτή στο παιχνίδι και τότε έπεφτε σύρμα σ’ όλη τη γειτονιά «Η Φροσάρα πηδάει σχοινάκι» και μαζεύονταν όλη η τσακαλαρία για να διασκεδάσει. Δεν τη ένοιαζε που γελούσαν τα παιδιά. Της άρεσε να τα βλέπει.
Δίπλα και κάτω, στα πόδια της, ακούμπησε μερικές σακούλες με τις ετοιμασίες για την εκδρομή. Καθώς ο ήλιος τρύπωνε μέσα από το μισοτραβηγμένο κουρτινάκι, της ζέσταινε το πρόσωπο και το λαιμό. Χοντρές σταγόνες ιδρώτα κύλησαν στις ρυτίδες του ντεκολτέ. Έκλεισε εντελώς την κουρτίνα κι έβγαλε από την τσάντα της μια βεντάλια.

Πώς να περάσει η ώρα;
Ψαχούλεψε τη σακούλα που είχε δίπλα της και πήρε ένα κεφτεδάκι. Έτσι, για τη λιγούρα. Το έβαλε γρήγορα- γρήγορα στο στόμα και το κατάπιε μονομιάς. Μετά από λίγο, δεν τρώω άλλο ένα, σκέφτηκε, κι έτσι η Φροσάρα χωρίς να καταλάβει κανείς, τα θανάτωσε τα κεφτεδάκια. Δεν πειράζει! Λογαριασμό θα τους δώσει; Έτσι κι αλλιώς το είχε κάνει το κουμάντο της. Αβγά βραστά, τυροπιτάκια, λουκάνικα, ζαμπονάκια, πατατοσαλάτα, ντολμαδάκια με κληματόφυλλα και αβγολέμονο. Έχουν να φάνε τα παιδιά.
Της άρεσε η διαδρομή. Μετά τις στροφές βγήκανε στον Διεθνές. Έτσι τον έλεγε η Φροσάρα. «Να καλέ, ο Διεθνές» Κι οι φίλες της έτσι τον ήξεραν. Πέρα, μακριά φάνηκε η θάλασσα. Είχε πολύ καιρό να ταξιδέψει. Προτιμούσε να μένει μόνη στο σπίτι προφασιζόμενη διάφορες δουλειές κι ας λαχταρούσαν να δουν τα ματάκια της. Σήμερα, όμως…
Ο οδηγός πάρκαρε το λεωφορείο κάτω από τα παχύσκιωτα πλατάνια, πίσω από αμέτρητα λεωφορεία άλλης προέλευσης, έδεσε με δύναμη το χειρόφρενο και με ύφος πυγμαλίωνα σηκώθηκε από τη θέση του για να κάνει τις καθιερωμένες ανακοινώσεις για το που θα φάνε, που θα κάνουν μπάνιο για καλύτερα, να μην ξεχάσουν το χαρακτηριστικό που έχει το δικό τους πούλμαν – μια κίτρινη γραμμή κάτω από τα παράθυρα.
Ξεχύθηκαν στην παραλία με αλαλαγμούς και επιφωνήματα. Εδώ, εδώ, κοντά στην ακροθαλασσιά. Όχι καλέ. Εδώ είναι καλύτερα. Ελάτε εδώ, στο δεντράκι. Να ‘χουμε και σκιά το μεσημέρι να ρίξουμε κι έναν υπνάκο.
Κι ακολούθησε και η Φροσάρα την παρέα. Το είχε ήδη μετανιώσει. Τι δουλειά είχε αυτή εδώ; Γιατί δεν καθόταν σπιτάκι της;
Άνοιξε το τσαντί της. Να και η ομπρέλα. «Βαθιά, βάλτην βαθιά να μη σηκωθεί κανένας αέρας και την ψάχνουμε!» Η Φροσάρα κοιτούσε τον κόσμο που βουτούσε στο δροσερό νερό και δίσταζε.
«Έλα.» την παρακίνησε μια φίλη της. Προχώρησε με δυσκολία πάνω στην καυτή άμμο. Φορούσε μια κελεμπία γιατί μαγιό δεν υπήρχε στο νούμερό της. Κάθισε στην ακροθαλασσιά κι έβρεξε τα πόδια της χαζεύοντας τους συχωριανούς της που πλατσούριζαν χαρούμενοι. Μόνο στα ρηχά. Γονάτιζαν, βουτούσαν λίγο στο νερό κι έπειτα στέκονταν όρθιοι με τα χέρια στη μέση σα να περίμεναν τον Αϊ Γιάννη τον Πρόδρομο να τους ξαναβαφτίσει. Μια μυρωδιά της ήρθε από τσίπουρο. Δίπλα της καθόταν ένας χαμογελαστός μουστακαλής παππούς. Ποιος ξέρει πόσα ποτηράκια έτσουξε από το πρωί!
Σηκώθηκε και περπατώντας μέσα στο νερό, πλησίασε μια παρέα που ήταν ιδιαίτερα εύθυμη, να πει κι αυτή καμιά κουβέντα. Έμεινε πολλή ώρα όρθια, με το κυματάκι να της γλείφει τις γάμπες. Όπως έκανε όμως το μακροβούτι του ένας πιτσιρικάς, μην υπολογίζοντας σωστά έπεσε πάνω της. Η Φροσάρα έχασε την ισορροπία της και έπεσε στη θάλασσα. Ένας μεγάλος πίδακας νερού πετάχτηκε με το εκτόπισμά της κι η Φροσάρα βρέθηκε με το κεφάλι μέσα και τα πόδια έξω από το νερό.
«Βοηθήστε καλέ, τη γυναίκα, δεν μπορεί να σηκωθεί».
Τέτοιο ρεζίλεμα δεν το περίμενε. Τρεις άντρες τη σηκώσανε και τη βγάλανε μισολιπόθυμη στην ακτή. Ε, αυτό πήγαινε πολύ. Να κοντέψει να πνιγεί στα ρηχά! Έριχνε πλάγιες ματιές γύρω της. Οι περισσότεροι γελούσαν απολαμβάνοντας τη θέα της χοντρής ξαπλωμένης στην αμμουδιά. «Πότε το ξέβρασε αυτό το κήτος η θάλασσα;» Το πικρό χιούμορ της εφηβείας!
Μετά το συμβάν η Φροσάρα έχασε τελείως το κέφι της. Δεν ήθελε να συγχωρέσει τον εαυτό της. Σε λίγο όμως εξάντλησε με τη σκέψη της όλες τις υπερασπιστικές θεωρίες για τους χοντρούς, ξάπλωσε κάτω από τον ίσκιο του πεύκου της και γύρισε τα οπίσθιά της στον κόσμο που τόσο γέλασε μαζί της. Σκεπάστηκε με μια μεγάλη πετσέτα και πόσο γλυκά ήρθε ο ύπνος μαζί με τις φωνές των παιδιών, το ρυθμικό παφλασμό του κύματος και το αρμυρό αεράκι του Σεπτέμβρη!
Λίγο πιο πέρα, ένα πιτσιρίκι εντυπωσιασμένο από τη λαμέ παντόφλα της Φροσάρας έσκαψε μ’ αυτήν λακκούβες στην άμμο κι έπειτα ως εκκολαπτόμενος νεκροθάφτης, έθαψε την παντόφλα βαθιά, πολύ βαθιά, να μην τη βρει η Φροσάρα ποτέ ξανά.
Το λεωφορείο κορνάριζε ώρα πολλή περιμένοντάς την κι όλοι μαζί από τα παράθυρα αγωνιούσαν βλέποντάς την να ψάχνει στην παραλία για την παντόφλα.
«Μήπως θέλεις να βάλεις τα βατραχοπέδιλά μου;» τη ρώτησε πονηρά ο μεγάλος της γιος που διασκέδαζε το πάθημα της μάνας του.
Την παντόφλα δεν τη βρήκε.
Με ύφος σοβαρό πήρε τη μία μοναδική που της είχε μείνει και την πέταξε στον κάδο με τα σκουπίδια.
Ανέβηκε ξυπόλητη στο λεωφορείο ρίχνοντας μια περιφρονητική ματιά στη θάλασσα.
«Φύγε», είπε στον οδηγό και κάθισε στις δυο μπροστινές θέσεις της.

Ιωάννα Νταρίλλη
πίνακας Fernando Botero

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι;

Ένα βήμα μετά
Ακριβώς στο όριο
Φοβάσαι πως
Η μπάντα ίσως δεν παίξει για μας σύντομα
Στα χέρια σου κρατάς την αυταπάτη
Αναζητώντας σημείο εκκίνησης
Λες να χάθηκε το φθινόπωρο;
Λες να κρύφτηκε στα μάτια σου για πάντα;
Αρκεί μια αστραπή
Μια λάμψη ιδέας
Μια σφιχτή παλάμη
Κι έπειτα;
Πάλι θα φοβηθείς;
Πάλι θα κρυφτείς στην ομπρέλα των δισταγμών σου;
Καλοκαίρι που έχασε το πρώτο του συνθετικό
Για να μεταβούμε χωρίς εισιτήριο
Στο χειμώνα που έρχεται χωρίς δώρα πάλι
Μα εσύ μπορείς να ξεδιαλύνεις τώρα της ομίχλης τα περιγράμματα
Μπορείς να διακρίνεις τα σχήματα και τα χρώματα
Της αέναης υπνοβασίας
Πάνω στο κουφάρι των παιδιών σου
Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι;
Μα ήδη έφυγε μακριά...

hana

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

για καληνύχτα


Δε θέλω να ξέρω τα λόγια...
μου αρκεί αυτό το άκουσμα
σαν το χάδι από νυχτερινό αεράκι ανάμεσα στα φυλλώματα...
Γνώριμο μου ακούγεται αλλά είναι σαν καινούργιο!!!
Μακάρι να φέρει ένα ήρεμο ξημέρωμα απ' άκρη σ' άκρη αυτού του πλανήτη!
hana

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

για τον έρωτα...


Ζεστό το μεσημέρι
Κι όσα ήρθαν με τον άνεμο
Ξεχάστηκαν κάτω απ΄τον ίσκιο της μουριάς
Σε μια βρεγμένη αυλή
Να αιωρείται η κούνια σαν εκείνο τον υπαινιγμό...
Βλέπεις η θλιμμένη η φλογίτσα της ματιάς σου
Ήξερε όλα τα μυστικά της βασίλισσας...
Στιγμές ακίνδυνες από υπεκφυγές και απορίες
Σε ένα διάλογο που δεν του ορίσαμε την αρχή και το τέλος
Μόνο τα τζιτζίκια συνόδευαν κάθε νωχελική κίνηση του χεριού σου
Κάθε φορά που αναστέναζες γλυκά από τη ζέστη
Ο Αύγουστος, ο μεγάλος κι ο μελαγχολικός μήνας μας!
Με όλα τα χρόνια που προηγήθηκαν αυτής της άτακτης ενηλικίωσης
Με όλα εκείνα που έπονται του αβέβαιου μέλλοντός μας
Μόνο τις δικές σου υποσχέσεις φορώ κατάσαρκα
Επειδή η αγκαλιά σου ξέρει από τις γλώσσες και τις ανείπωτες
Μόνο τις δικές σου λέξεις κρατώ στη συλλογή με τα πολύτιμα
Και δε θ' αργήσει ο καιρός που ό,τι κι αν γίνει
Ο κόσμος αυτός θα γονατίσει στο μεγάλο αδιανόητο συμβάν
Γιατί πάντα κάτι πιο ανεξέλεγκτο έρχεται και διαλύει το προβλεπόμενο...
Έτσι αντιλαμβάνομαι τον έρωτα
Να φορά τις φτερούγες της ελευθερίας
Και να έχει οπωσδήποτε το δικό σου το όνομα
hana

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

υπόσχεση!

Εκείνος ο γρύλος μάτια μου
μέσα στη νύχτα,
πόσα τραγούδια είπαμε μαζί!
Κι έτσι που έσταζε η χαρά
στην αγκαλιά σου
μια κουδουνίστρα παιδική
σου θύμισε τα όνειρα
που ξεκινούσαν
χωρίς εισιτήρια
για τόπους άλλους
κάτι ώρες διάφανες
που ξεκολλά η καρδιά από το γέλιο του μωρού
και σαν αερόστατο χάνεται σε ύψος ροζ...
Καλοκαιρινή νύχτα στο μαξιλάρι,
για λίγους κι εκλεκτούς
το αστροπέρασμα
κι η μοίρα του φεγγαρόφωτου
να μπλέκει με ένα ντριν ποδηλάτου.
Πόσο ν' αγαπήσεις την ευτυχία
όταν έρχεται καταπάνω σου;
Φύσα γλυκά το μυστικό
κι ό,τι θέλεις θα γίνει.
Υπόσχεση!

hana

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

του πατέρα μου...


Ποιος καθορίζει την ώρα αναχώρησης των ψυχών;
Ποιος κλείνει το ραντεβού με τους Αγγέλους;
Χαράματα ταξιδεύουν στους ουρανούς;
Πάντα μου έλυνες τις απορίες πατέρα.
Μια κοντέσα ήμουν για σένα.
Μια μικρή, ευαίσθητη πριγκίπισσα που της έκανες τα χατίρια.
Χάδι γλυκό στα μαλλιά,
υπόσχεση αξέχαστης καληνύχτας.
Ποιος να το λεγε πως στεγνώνουν τα δάκρυα
κι όλα αποκτούν μια άλλη σημασία;
Οι παλμοί της καρδιάς,
οι σφυγμοί των καρπών,
η σκιά στο μαξιλάρι,
το λευκό δωμάτιο,
οι ήχοι του διαδρόμου,
η ρυθμική πτώση των σταγόνων του ορού,
το απαλό σφύριγμα του οξυγόνου...
Ποιος δίνει την εντολή εκκίνησης για το τελευταίο ταξίδι;
Δε λέω αντίο.
Αφού το είχαμε βάλει στη λίστα με τα ανεπιθύμητα.
Τίποτα που αγαπάμε δεν τελειώνει μου έλεγες!
Ούτε κι αυτό το τραγούδι που πολύ μου άρεσε να μου τραγουδάς με την κιθάρα σου...
" Και η βάρκα γύρισε μόνη δίχως μέσα τον ψαρά..."
Καλή αντάμωση πατέρα!
hana

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

απρόσμενη επίσκεψη πεταλούδας...


Μέσα στη βουή των λέξεων
Eκεί που συναντήθηκαν τα προσωπικά νοήματα
Μεσημέρι καιρός
Ζεστό σύννεφο που δίστασε τη βροχή
Πολλές οι εικόνες
Άλλες με μια δόση ματαιότητας
Άλλες με την συνηθισμένη ροή τους
Σινεφίλ για μια σκηνοθεσία ζωής
Λόγια του κρασιού
Λόγια της συμπάθειας
Λόγια απροκάλυπτου εγώ
Λόγια ταπεινής αίσθησης
Λόγια φευγάτου έρωτα
Λόγια μικρής ανακωχής
Λόγια σπαθάκια έτοιμα για ρήξη
Ποτάμι γέλιου ανυπεράσπιστου
Περαστικά χαμόγελα
Γιατί κανείς δεν βιάστηκε να νικηθεί ή να νικήσει τον οιωνό
Μόνο σάστισε για μια ανέμελη στιγμή
Από την απρόσμενη επίσκεψη της πεταλούδας...
hana

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

για την υπέρβαση!

Εκείνο που φοβάσαι περισσότερο
η αυθαίρετη βλάστηση ιδεών
στους χέρσους κήπους του μυαλού μου
την πιο ανύποπτη στιγμή
πέρα απ' τον τοπογραφικό χάρτη
που εσύ μου όρισες
για να χτίσω τη σκέψη μου,
για να βάλω τα όνειρά μου.
Να το ξέρεις, όμως!
Η υπέρβαση δεν είναι συνεπής
σε κανένα ραντεβού
με τυχοδιώκτες...

hana

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Ένα δευτερόλεπτο και ένα ακόμα δευτερόλεπτο και ένα ακόμα

Στο τικ και στο τακ του παλιού εκκρεμούς
η ζωή μου τραμπαλίζεται, βουτάει στον Άδη
το εξιλαστήριο θύμα στη θράκα σιγοβράζει
το παιδί δίνει στον πατέρα το μήλο
ο πατέρας δίνει σε ’κείνην
αυτό που πραγματικά θα ’θελε να θέλει
τα χαμόγελα και τα φιδίσια φιλιά
στους γλουτούς μου καρφωμένα με πινέζα
η ντίλερ κάνει επίδειξη των προσόντων της
στις happy sexy real women
η βάρδια 3 - 11 της γυναικείας μου υπόστασης
-με φθισιδιασμένη όψη-
τρέχει πίσω απ’ την αγέλη για ένα μικρό κόκαλο
με μυρωδιά από σάρκα
αλαλάζοντας μήπως τη φάνε κι αυτήν.
Γιατί τα σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν.
Έτσι δεν κάνουν;

Πετάει πάνω από τα σύννεφα
μυρίζεται την άνοιξη και τη φθινοπωρινή βροχή
βλέπει το παιδί με το θαλασσί μπαλόνι
τους γονείς του στο παγκάκι
να γελούν αγκαλιασμένοι
τους απεργούς
να μοιράζουν τα ανεκπλήρωτα αιτήματά τους στους λαθρομετανάστες
-έτσι για συμπαράσταση και αλληλεγγύη-
τη γιαγιά
να βάζει φωτιά σε κάδους και να κατεβάζει βιτρίνες φαρμακείων
τις ντίλερ της avon, της tupper και των βιβλίων μαγειρικής
να περπατούν ντυμένες με το εμπόρευμα
-και όποιος βλέπει ας ρίχνει και κανένα φράγκο.

Στο τικ και στο τακ, εφιάλτης και νιρβάνα.
Σουρεαλισμός και ρομαντισμός.
Αλήθεια και αλήθεια.

Παραμύθι και παραμύθι.
Τα άλογα... Τα σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν;
Ο δήμιος... Φοράει κουκούλα ο δήμιος;
Θα έχει και πλήθος από κάτω;

Από το νέο βιβλίο της Στέλλας Κωνσταντίνου "Αποστασία" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Art Poetica


Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Μια ευχή!


Όταν γεννήθηκες
μια Μοίρα σου ψιθύρισε
να με περιμένεις
Κι εσύ μωρό ακόμη
χωρίς να γνωρίζεις τι είναι ο κόσμος
τι είναι οι άνθρωποι
κι αγάπη τι θα πει
ένα δρόμο πήρες για να συναντηθούμε
Από τα μισά κι εγώ
στην αρχή χάζευα με τα χρώματα
κι άργησα να σε φθάσω
Μα όταν μου άνοιξες αγκαλιά
ήξερα πως εδώ θα μείνω
χωρίς να νοιάζομαι για τις εποχές
τις ώρες και το αντίτιμο της ζωής
Δεν έμαθα ποτέ το όνομα της Μοίρας
που όρισε αυτή την αγάπη
μα μια φορά το χρόνο γιορτάζει κι εκείνη...
hana

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

θα ρθει καιρός...


Θα ρθει καιρός
που τα μάτια ενός παιδιού
θα μπορούν να σκοτώσουν το άδικο
Θα ρθει καιρός
που τα παιδικά βλέμματα
θα είναι πιο ισχυρά από τις τιμωρίες των δικαστών
και τότε φυλάξου
εσύ που στη χούφτα σου κρύβεις το ψωμί τους
Θα ρθει καιρός
που η δύναμη θα μετριέται με την καθαρότητα της ματιάς
είμαι σίγουρη.
hana

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

η λέξη "μας"...


Τρέμει το φύλλο στον άνεμο
κι όπως η τελευταία αχτίνα της μέρας
ακουμπά τα στάχυα
έρχεται πάντα η ίδια ανάμνηση
Το παιδί που τρέχει στην αγάπη
Λαχανιασμένο
ανυπόμονο
με αγγελικά φτερά στους κρυφούς πόθους
χορεύοντας στον ουρανό με τα αερόστατα
και των παραμυθιών τις νεράιδες
Ανείπωτες οι λέξεις οι επίσημες
μπροστά στου ποταμού την ορμητική ροή...
Πως να αντισταθείς στον έρωτα
όταν όλα γίνονται κόκκινα;
Σ ένα τρελό χορό η μνήμη
τη μέρα που το άγγιγμα σου
ήταν σαν της πεταλούδας
Πάνω από τη φλόγα στο απόμερο το μανουάλι
ο ύμνος στις μέρες που έρχονται μαζί με το "μας"
Μια καινούργια λέξη
που τη δέχθηκα
για να μεθύσω μέχρι τέλους.
hana

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

εγώ είμαι εδώ

Αν ζήτησες ποτέ έναν άγγελο να σε προσέχει
Αν φοβήθηκες κάποια άγρια νύχτα που τα πουλιά πετούσαν χαμηλά
Αν ο καιρός γύρισε ανάποδα κάθε όνειρό σου αφύλαχτο
Αν τράπηκαν σε φυγή οι μελωδίες που σκάλιζε η ψυχή σου με υπομονή
στα βράχια των υποσχέσεων
Αν ο άνεμος πάγωσε κάθε ελπίδα
και η ματιά σου θολή από τα δάκρυα
προσμένει τις Ερινύες
Άσε με
να γίνω ο Άγγελος που προσευχήθηκες
Άσε με
να μεταμορφωθώ
σε αέρα ήρεμο που θα σε ταξιδέψει εκεί που τα όνειρά σου περιμένουν
Άσε με
να κάνω
τις νότες σου να τραγουδήσουν ξανά
Μη φοβάσαι
Εγώ είμαι εδώ.
hana

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Το Πάσχα της Φανής!


Σοφία Βλάχου
Τέσσερα χρόνια τώρα, η Φανή δε θέλει να έρχεται το Πάσχα. Ακούει τα παιδιά στο σχολείο που αδημονούν κι όλο κρύβεται. Βλέπεις εδώ δεν είναι όπως στο χωριό της. Γιατί η Φανή ήρθε από την Αλβανία. Γιατί το στίγμα γέμισε και φούσκωσε την ψυχή της, για να ξεχειλίζει τις νύχτες σε πνιχτά κλάματα κάτω από τις κουβέρτες. Δεν το θέλει το Πάσχα η Φανή. Αυτή αλλιώς το ήξερε το Πάσχα στο χωριό της. Μα δεν το μαρτυράει το μυστικό της. Έχει ένα τετράδιο μόνο, και κει μέσα λύνει τη σιωπή της. Το Πάσχα στο χωριό που μένει τώρα με την οικογένειά της, έρχονται οι πρωτευουσιάνοι.

Τα Χριστούγεννα δεν έρχονται. Κάνει πολύ κρύο, είναι και τα πλούσια “ρεβεγιόν”- δεν πολυκαταλαβαίνει τη σημασία της λέξης, αλλά δε θέλει να ρωτήσει, έτσι, από εγωισμό. Τέλος πάντων οι πρωτευουσιάνοι έρχονται μόνο το Πάσχα. Αλλιώς πώς, το χωριό της αρέσει. Είναι ήσυχο κι οι περισσότεροι χωριανοί τους καλομιλούν. Ο πατέρας κι η μάνα της δουλεύουν στα χωράφια. Κι όχι μόνο, ό,τι θες κάνουν. Ευτυχώς! Μένουν σ΄ ένα σπίτι που το είχαν κάποιοι για αποθήκη (για να λέμε την αλήθεια σταύλος ήταν). Στην αρχή δεν είχαν ηλεκτρικό. Έπειτα τους έβαλε μια μπαλαντέζα ο κυρ Απόστολος και πήρανε ρεύμα απ' το μαγειριό. Η μάνα της Φανής είναι νοικοκυρούλα. Πώς ήταν η αποθήκη (στάβλος) και πως μεταμορφώθηκε (σπίτι)! Το σπίτι της Φανής είναι στην αυλή του κυρ Αποστόλη. Καλός άνθρωπος. Από τους πρώτους νοικοκυραίους. Όταν είχαν έρθει από την Αλβανία τους περιμάζεψε, έδωσε δουλειά στον πατέρα της Φανής κι έντυσε όλη την οικογένειά της.  

Ο κυρ Αποστόλης έχει τρεις αδερφές και δυο αδερφούς. Όλοι αυτοί είναι παντρεμένοι και ζουν στην Αθήνα. Κι έρχονται στο χωριό... μόνο το Πάσχα. Κάποτε είχε ακούσει τον κυρ Αποστόλη που έλεγε: “τα γαϊδούρια” κι εννοούσε τα αδέρφια του, “που έρχονται μόνο για τουρισμό”. Αυτό δεν το είπε μπροστά τους. Μπροστά τους, γέλια και χαρές. Οι πρωτευουσιάνοι έρχονται τη Μεγάλη Παρασκευή το μεσημέρι. Γεμίζει η αυλή αστραφτερά αυτοκίνητα. Βγάζουν βαλίτσες, βγάζουν παιδιά, βγάζουν σακούλες με κουτιά ζαχαροπλαστείων, “είναι από του Φλόκα, αριστούργημα, μα ναι, νηστίσιμο,φάτε. Όχι αυτό, είναι αρτημένο. Υπομονή, μια μέρα έμεινε...να, πάρε κι εσύ κυρά τέτοια..”  

Η "κυρά τέτοια" ήταν η μάνα της Φανής. Οι πρωτευουσιάνοι είναι ντυμένοι ωραία. Οι πρωτευουσιάνοι πάνε στον επιτάφιο τη Μ. Παρασκευή κι η Φανή παρακαλάει να υπήρχε μια άλλη εκκλησία, χωρίς πρωτευουσιάνους, γιατί μιλάνε συνέχεια στην εκκλησία και δεν μπορεί η Φανή να ευχαριστηθεί τους ψαλμούς. Η Φανή δε θέλει να βλέπει τα ωραία ρούχα των πρωτευουσιάνων γιατί τα δικά της πριν της αρέσανε ενώ τώρα που τα συγκρίνει, όχι. Καταλαβαίνει πως φοράει αποφόρια, δεν ντρέπεται, δεν πρέπει να ντρέπεται κι όμως κρύβεται πίσω πίσω. Το Μ. Σάββατο, οι πρωτευουσιάνοι γκρινιάζουν όλη τη μέρα επειδή νηστεύουν. Κι όμως, όλο μασουλάνε. Η αυλή γεμίζει παιχνίδια που όταν τα ακουμπάς βγάζουν φωνές και τηλέφωνα...γιατί οι πρωτευουσιάνοι μιλάνε συνέχεια στο τηλέφωνο. Ο καημένος ο κυρ Αποστόλης! Είχε πελαγώσει με τόσο κόσμο. Μόνος του να σουβλίσει το αρνί, μόνος να φτιάξει το κοκορέτσι, δηλαδή βοηθούσε κι ο πατέρας της Φανής. Τότε ήταν που τον άκουσε να λέει τ' αδέρφια του “γαϊδούρια”. Το βράδυ της Ανάστασης στο σπίτι γίνεται πανζουρλισμός. Όλοι φωνάζουν όλους. Όλοι διαμαρτύρονται πως κάτι δεν βρίσκουν. Οι άντρες φωνάζουν στις γυναίκες πως αργούν να ετοιμαστούν. Τα παιδιά ψάχνουν τις λαμπάδες τους. Ποιες λαμπάδες! Αυτές δεν είναι λαμπάδες! Είναι παιχνίδια που έχουν κολλημένη τη λαμπάδα. Και τα παιδιά μαλώνουν μεταξύ τους ποιος έχει την ωραιότερη. Έχει κι η Φανή λαμπάδα. Είναι ωραία. Έχει μια κούκλα με ξανθά μαλλιά και χρυσό φόρεμα. Την αγόρασε η νονά της Φανής, η κυρά Φρόσω, η γυναίκα του κυρ Αποστόλη. Η κυρά Φρόσω είναι περήφανη γιατί βάφτισε όλη την οικογένεια της Φανής. Όταν ο παπάς πει το Χριστός Ανέστη, οι πρωτευουσιάνοι παίρνουν τις λαμπάδες τους και φεύγουν. Θέλουν να προλάβουν το πρόγραμμα στην τηλεόραση και να φάνε τη μαγειρίτσα που ετοίμασε η κυρά Φρόσω. Η Φανή κάθεται με την οικογένειά της μέχρι να τελειώσει η λειτουργία. Χρόνια ολόκληρα, τους απαγόρευαν τον εκκλησιασμό στην Αλβανία, τώρα θα σηκωθούν και θα φύγουν, να μείνει ο παπάς μόνος του; Την Κυριακή του Πάσχα, οι πρωτευουσιάνοι ξυπνούν αργά.”Τους έπεσε βαριά η μαγειρίτσα” είπε ο κυρ Αποστόλης. Ανοίγουν τα ραδιόφωνα από τα αυτοκίνητά τους και βάζουν δημοτικά. Χορεύουν και τσιμπάνε κοκορέτσι μέχρι να ψηθεί το αρνί.  

Πέρσι ο κυρ Αποστόλης αγόρασε ηλεκτρική σούβλα γιατί “δε θα ξεχεριάζομαι εγώ κι αυτοί ν' αγναντεύουν τη φωτιά”, είπε. Οι πρωτευουσιάνοι, ακόμη και το Πάσχα μιλάνε συνέχεια στο τηλέφωνο. Μια κυρία πέρσι, αγανάχτησε με τον άντρα της που μιλούσε συνέχεια στο κινητό κι αφού καυγάδισε μαζί του, άρπαξε το τηλέφωνο και το πέταξε στα κάρβουνα. Η Φανή είχε ξεκαρδιστεί... 

Αργά το απόγευμα της Κυριακής οι πρωτευουσιάνοι φεύγουν. Τότε η Φανή ξαλαφρώνει. Είναι πάλι δικά της, η αυλή, η ησυχία, το χωριό. Πλησιάζει το Πάσχα. Η Φανή κοιτάζει τη μάνα της και τα χέρια της που άγρια από τις δουλειές τη γρατζουνάνε όταν τη χαϊδεύουν. Πόσο τ' αγαπάει αυτά τα χέρια που δεν τους ταιριάζουν φανταχτερά βερνίκια νυχιών και ακριβά δαχτυλίδια. Πόσο τ' αγαπάει!

Ιωάννα Νταρίλλη


Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

στο καρουσέλ!

Κοιτούσε τα κόκκινα λουστρίνια
καθώς τα μικρά της βήματα προσπαθούσαν να προλάβουν της μητέρας
Ο αέρας  έφερνε τη γόνιμη ευωδιά της γύρης
πάνω στην τρυφερή της επιδερμίδα
Αργότερα,
Μια γλυκιά μελωδία
ανέκφραστων ονείρων
στα ανορθόγραφα ημερολόγια
της πρώιμης εφηβείας
κάτω από το μαξιλάρι
κι άπειρα πούπουλα τα μυστικά της
ξεχασμένα ανάμεσα στα σεμέν στο κασελάκι...
Ένα βράδυ
η μεγάλη ιδέα την κράτησε ξύπνια
Το μεγάλο λούνα πάρκ χωρίς εισιτήριο
με πολλά φώτα
κι ένα καρουσέλ
σε ένα χορό βιολιού στο χλωμό αντιφέγγισμα
Το στριφογύρισμα απαράλλαχτο
αλλά ο πυρετός της στιγμής
στο αερόστατο της ανέφικτης ευτυχίας
Μόνη από τότε
εύθραυστη πεταλούδα
έψαχνε ένα μικρό αλογάκι με χρυσά χαλινάρια
να ακουμπήσει απαλά στο γύρισμα του χρόνου.
Το βρήκε όταν έσβησε και το τελευταίο φως
καθώς ηχούσαν τα κλειδιά στην τσέπη του παλιάτσου
Ένα μικρό αλογάκι
δεμένο με κορδέλα στο καρουσέλ που ονειρεύτηκε

hana

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

μου πήρες την έκπληξη...

Μια φέτα ψωμί και θέαμα
αυτό μου έδινες
και όλα φάνταζαν όμορφα
Οι μάγισσες της οθόνης με νανούριζαν γλυκά
κι ένα χαμόγελο μακαριότητας
μου ζωγράφιζες με τέχνη
κάθε πρωί
κάθε μεσημέρι
κάθε απόγευμα
κάθε βράδυ
Έτσι τα χρόνια περνούσαν
μέσα στη διάφανη κουνουπιέρα
Για όλα είχες μια δικαιολογία
κι η σκέψη μου στο κανάλι
της δικής σου ρότας
Έτσι αφημένη στην αέναη κούνια
πέρα δώθε
πέρα δώθε
άλλαξε ο καιρός
Μια φέτα ψωμί είναι αρκετό
το ξέρεις πως δε θα φέρω αντίρρηση
Για το θέαμα όμως δεν έχω πια εισιτήριο
όσο κι αν μεταμορφώνεσαι σε κλόουν
το τσίρκο δε με συγκινεί...
Μπορώ να βάλω κουρτίνες μπροστά στην οθόνη
Το έργο προβλέψιμο
Οι ρόλοι γνωστοί
Μου πήρες την έκπληξη
κι αυτό δε θα σου το συγχωρήσω...
hana

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

πίσω απ' το μαύρο...


Τη νύχτα που ξόδεψε όλο το φως το ανέσπερο
Στα χείλη του μεγαλύτερου φόβου
Εκεί έχασες τα χρώματα της παλέτας σου
Κι ο καμβάς απόμεινε σκοτεινός
Κι αν αυτό το μαύρο που έχει πλανέψει το μυαλό σου
Το αγάπησες
Περισσότερο από τη θλίψη του θανάτου
Περισσότερο από τα σκοτεινά μονοπάτια της σκέψης σου
Κι αν τρέχεις πίσω από τυμπανοκρουσίες θριάμβου
Σαν τον τυφλοπόντικα μέσα σε κανάλια υγρά και άγνωστα
Δεν είναι εκεί ο τόπος σου
Δεν είναι εκεί οι φάροι σου
Το ξέρεις
Αυτή η σκιά που έγινες
Τη θρέφει το φως
Κι όπως κρύβεσαι από την αλήθεια
Όσα ρούχα κι αν φορέσεις
Όσες ικεσίες κι αν προσευχηθείς
Πίσω από το μαύρο
Όλα τα χρώματα
Εναγώνια επιβίωση τη στιγμή που φλέγεσαι
Κόντρα στο δικό σου ψέμα
Βλέπεις τη δική μου αλήθεια
hana

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

ο θρόνος...


Πολύ ψηλός ο θρόνος σου βασίλισσα
Μα πόσο κρύο κάνει εκεί ψηλά
Tο ξέρω
Αυτό που λαμπυρίζει στην άκρη των ματιών σου
Είναι το δάκρυ που πότισες την αυταπάτη σου
Τακτοποιημένες υπαινικτικές σκέψεις
Όχι, όχι, δεν επιτρέπεται να τσαλακώσεις το φόρεμα
Ο κόσμος κοιτάζει
Ο κόσμος πρέπει να σε βλέπει στο θρόνο
Κι ας έχει κρύο και μοναξιά
Κι ας μην έχει η ψυχή φωλιά να απαγκιάσει
Το ψέμα που έχει τρυπώσει στο πιο βαθύ σου κύτταρο
Νομίζεις δεν φαίνεται
Μα το όστρακό σου είναι διάφανο
Το φως αδηφάγο

Η αλήθεια σου φορεμένη ανάποδα
Και να τι έπαθες!
Είδα την ετικέτα
Σύνθεση ψυχής
Τρόπος προστασίας
Προέλευση
Τα ξέρω όλα
Έχασες...
hana

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

να βγούμε απ' την άβυσσο


Σε γύρεψα παντού καιρό τώρα
Άνοιξα όλα τα βιβλία της ιστορίας στο ράφι
Έστρεψα το βλέμμα κατά κει που πετούν τα πουλιά
Χάθηκα στο βούρκο της λίμνης των δακρύων της ανάμνησης
Πόσες λέξεις ομοϊδεάτη μου
Πόσες νύχτες μετρήσαμε τα αστέρια
Τι γίνανε τα όνειρα
Ο καιρός φταίει, μου έλεγες
Γεννηθήκαμε σε λάθος εποχή
Οι χούφτες μας δεν βάφτηκαν παρά με τα χρώματα της αγάπης
Και φοβόμουν τις νύχτες χωρίς φεγγάρι
Γιατί πάντα ήθελα ένα φως να μου φέγγει
Έστω αδύναμο
Αβέβαιο
Χλωμό
Τώρα που οι νύχτες είναι σκοτεινές
Πρέπει πάλι να αναμετρηθώ με τους φόβους μου
Να τους νικήσω
Σαν τον τυφλό της γειτονιάς που χαϊδεύει τα κλειδιά του μπρος στην κλειδωνιά
Θα ψηλαφίσω την πυξίδα
Να καταλάβω που είναι ο βορράς
Αφού φάρος δε φέγγει
Δε μπορεί
Μόνη θα ανακαλύψω πάλι την πορεία μου
Κι εκεί στο πνιγερό μαύρο του ερέβους
Το χέρι σου θα βρω πάλι
Να το κρατώ
Καθώς προσεκτικά
Θα βαδίζουμε
Να βγούμε απ την άβυσσο

hana

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

λάθος ζύγισμα...



Τι με κοιτάζεις τέρας κι απορείς;
Η δική σου ελαφρότητα
βαραίνει τη δική μου σκέψη
τη δική μου καρδιά
Κι αν σου φαίνομαι μικρός
ξέρεις καλά πως έχεις κάνει λάθος υπολογισμούς
στις έννοιες...
Ξέρεις πόσους τόνους ζυγίζει
ο θυμός
το άδικο
η απογοήτευση
η προδοσία
η απελπισία;
Ξέρεις;
Ε;

Ξέρεις;

hana


Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Όχι εκείνη...


Το αγέρωχο βήμα της την πηγαίνει πιο μακριά από εκεί που είχε φανταστεί
κι έμαθε να γυρίζει την πλάτη στα βλέμματα της αχόρταγης περιέργειας
Κάθε στάση στο ταξίδι της έγινε λάμψη φωτεινή στη ματιά της
Ονόματα χάθηκαν στη σκόνη που σήκωσε ο καιρός
Λέξεις και χαμόγελα ξεχάστηκαν στις ράγες των τρένων
Δεν ήταν εύκολη η αναμέτρηση με τα αφελή χειροφιλήματα
στην άπνοια των καλοκαιρινών μεσημεριών
με τα μεθυστικά ψιθυρίσματα στο αυτί
μετά από κάθε ερωτικό κάλεσμα
Κάτι κέρδισε, κάτι έχασε
Σιωπηλά χαμογελά στο μέλλον και χορεύει με τη σκιά της
Όχι εκείνη, οι άλλοι πρέπει να χαμηλώνουν τα μάτια

hana

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

παράξενο μπλε...

Ακριβώς πάνω από τον ουρανό που φοβήθηκες
την ώρα που τα υπεραστικά λεωφορεία
διαγράφουν πορεία ανεπίσημη ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα
κρύβεται το ακριβό σου χρώμα.
Μα εσύ τρομάζεις περισσότερο με τα όνειρα
που έμειναν στο μαξιλάρι σου ανονείρευτα
μ ένα πούπουλο να αιωρείται σαν υπόθεση ευτυχίας.
Ένα μπλε είχες πάντα στο νου
και πίστευες στον πρίγκηπα που βασίλευε στα ξωτικά της νύχτας
Τέτοιο μπλε σαν το φως του εσπερινού
χειμωνιάτικο και βαθύ
που διαλύει όσο φως χρειάζεσαι για να λούσεις με σιγουριά
κάθε ανέντιμη πρόθεση,
κάθε ήττα υπερβατικής σου συγκατάθεσης...
Παράξενο και βαθύ σαν τα λάθη που υπέγραψες
πλάι σε κάθε ατροφική σου ανασφάλεια...
Κοιμήσου γλυκά
όταν το μπλε διαχέεται στα μαλλιά σου
μόνο ένα σου μένει!
Να διακτινιστείς μαζί μου στο στερέωμα...
hana

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Μίλα όσο θες...

Νύχτα ξεπήδησε η μεγάλη ιδέα
μα τίποτα δεν μπορεί να φέρει την έκπληξη
όταν τα λόγια φεύγουν κι επιστρέφουν
με χαλασμένα φρένα και παραφωνία.
Μπορεί να ακούγεται σαν ήχος αδιάφορος
από ένα μουσικό κουτί που το θρέφει μόνο η σκουριά.
Μίλα όσο θες!
Ένα νεφελώδες κύμα από λέξεις που σταματούν
ακριβώς στην είσοδο της φαντασίας μου...
Όταν παύει να υπάρχει το κρυφό συστατικό
κι όλα είναι προβλέψιμα
είναι καλύτερα να στρέψεις το βλέμμα 
στην άγνωστη γυάλινη σφαίρα σου...
Μη κάνεις το λάθος και ιδιοποιείσαι το μέλλον μου.
Είναι μια εθελούσια κάθοδος στον άλλο μου εαυτό
που εσύ λες Άδη.
Όταν και η τελευταία σου λέξη στάξει την τελευταία της σταγόνα
το δηλητήριο αν και το έχεις καλά μετατρέψει σε γλυκό του κουταλιού
να ξέρεις πως θα ξεχαστείς και θα το δοκιμάσεις πρώτος.
Μοίρα να το πεις, πεπρωμένο,
εγώ το διάβασα στην απόγνωση των βλεμμάτων...
Μίλα όσο θες.
Τα βέλη που εκτοξεύουν τα λόγια σου
πάνω στην ασπίδα μου
θα λοξοδρομήσουν 
κατευθείαν πάνω σου...
hana



Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Ουρανία, το φως! (ευθυμόπικρο χρονογράφημα)



18, Φεβρουαρίου 2013, από το προσωπικό μου ημερολόγιο...
Με περίμενε στη είσοδο της πολυκατοικίας. Τον είδα με την άκρη του ματιού μου μόλις μπήκα αν και ήταν κι άλλοι εκεί. Με κοίταξε με ένα βλέμμα σα να μου έλεγε… τι να κάνω; Δε γινόταν να μην έρθω…
 -Σε περίμενα, του είπα και κάλεσα το ασανσέρ. Μόνο που αν ήξερα πως θα έρθεις σήμερα, μπορεί και να αργούσα λίγο ακόμη να επιστρέψω. Το ξέρω πως δε φταις εσύ, αλλά ΕΣΥ ΘΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΩΣΕΙΣ.
Με κοιτούσε αμίλητος. Μάλλον δε θα περίμενε τέτοια υποδοχή. Κι άλλες φορές είχε έρθει. Δεν ήταν η πρώτη μας συνάντηση, αλλά σήμερα, ήθελα να ξεσπάσω πάνω του. Μπήκαμε στο διαμέρισμα.
- Να μείνεις εδώ, στο χωλ. Έχω να τακτοποιήσω τα πράγματα που πήρα από το σούπερ μάρκετ. Ακούς, από το σούπερ μάρκετ. Ξέρεις ΠΟΣΕΣ ΜΕΡΕΣ έχω να πάω στο σούπερ μάρκετ; Αν ανοίξω το ψυγείο θα καταλάβεις.
 Άνοιξα το ψυγείο και θριαμβολογώντας σχεδόν περιέγραψα: Τυρί, Becel τρομάρα μου μην ανεβάσω χοληστερήνη και τα τινάξω πριν την ώρα μου, γάλα που λήγει χθές (αλλά το έχω τσεκαρισμένο δεν πεθαίνεις την επόμενη… γι αυτό θέλαν να μας τα σερβίρουν με νόμο) Λίγα μανταρίνια που τα αγόρασε η μάνα μου που ακόμη με φροντίζει 200 Νοεμβρίων γαϊδούρα και τα γλυκά του κουταλιού… μήπως θέλεις να σου βάλω ένα; Κακό χρόνο να έχεις;
-Μα, γιατί μου μιλάς έτσι; Ψέλλισε…
-Και πως θέλεις να σου μιλάω; Ξέρεις γιατί πήγα σήμερα στο σούπερ μάρκετ; Γιατί πρέπει να ετοιμάσω δέμα για το παιδί. Αλλιώς, σιγά και μην πατούσα… και ξέρεις τι αγόρασα; Καρφούρ. Γάλα καρφούρ. Ποια; εγώ. Που φώναζα για τις πολυεθνικές και να στηρίζουμε τα ντόπια. Τι να κάνω; Λιγότερο από ένα Εβραίο κάνει το γάλα.
-Τι λες μωρέ Εβραίο;
-Εβραίο λέω το Ευρώ σου. (φτου, φτου) Θεέ μου σχώρα με. Δε θέλω να την ξαναπώ αυτή τη λέξη.
-Πας καλά; Τι έπαθες; Τι τα βάζεις μαζί μου;
-Με ποιον να τα βάλω; Βλέπεις κανέναν άλλο εδώ; Μήπως τολμάει άλλος δικός σου να μου χτυπήσει την πόρτα; Εσένα στέλνουν να βγάλεις το φίδι από την τρύπα. Περίμενε να ανεβάσω τα στόρια. Σε λίγο θα νυχτώσει και θα έρθει το πνεύμα του Παπαγιαννόπουλου.
-Είσαι τρελή; Ποιο πνεύμα;
-Του Παπαγιαννόπουλου του Διονύση. Το κάλεσα να μου κάνει παρέα. Επειδή όταν νυχτώνει και πηγαίνω από το ένα δωμάτιο στο άλλο και ξεχνάω το φως ανοιχτό, τον παρακάλεσα να μου φωνάζει να το κλείνω.
 -Και σου φωνάζει;
-Αμέ! Λέει, ΟΥΡΑΝΙΑ ΤΟ ΦΩΣ!
-Μα, δε σε λένε Ουρανία.
-Αυτό μόνο μπορεί να πει το πνεύμα και δε με χαλάει καθόλου. Μια χαρά τον καταλαβαίνω…

 Μπήκα βγήκα, πέρασα από μπροστά του κάμποσες φορές. Τον κοίταξα, άγρια, περιφρονητικά, στο τέλος το πήρα απόφαση. Μια ψυχή που είναι να βγει ας βγει, ψιθύρισα. Και άνοιξα το φάκελο με το λογαριασμό της ΔΕΗ.

hana 

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Έρωτας στα χρόνια της χολέρας...

Ποτέ δε φαντάστηκα
εκείνο το βράδυ με τη θύελλα
πως ο χρόνος
θα είναι σύμμαχος της αγάπης μας.
Νόμιζα πως οι ξέμπαρκοι δεν έχουν τίποτα να περιμένουν
πέρα από κάποιες φευγαλέες νυχτερινές αισθήσεις.
Κι όπως πλημμύριζε η θάλασσα την ακτή
ήρθε και κυρίευσε κάθε μικρή κουκκίδα της καρδιάς μου
μαζί με όστρακα
και φύκια μπλεγμένα στην κρυμμένη ημισέληνο.
Δεν ήξερα αγάπη μου
πως οι μέρες οι καλύτερες
θα ήταν μέσα στον κυκλώνα.
Την ώρα που ο κόσμος αναζητά
μια πυξίδα.
Κι αυτό το ταξίδι πλάι σου
πότε με καιρό
πότε με γαλήνη
είναι το καλύτερο δώρο
που δε σκέφτηκες να μου κάνεις.
Γιατί τα αληθινά δώρα είναι
οι στιγμές, οι ώρες, τα χρόνια
πλάι σου...
ακόμη και αν είναι στον καιρό της χολέρας...
hana

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Καταρρίπτοντας τα ατομικά όρια...

Τη μνήμη σου επιστράτευσες
κι απ' τη βαθιά ρωγμή
τα κρυστάλλινα νερά
δρόσισαν κάθε ιδέα.
Κι ας ήταν ακόμη χειμώνας
κι ο δρόμος μακρινός...
Συνοδοιπόροι
στο παγωμένο δάσος!
Φωτεινές στήλες
φαναράκια
δίπλα στα νερά του καταρράκτη
κι ένα όνειρο που σ έφερε
στην αιωρούμενη γέφυρα.
Να περάσεις, ή όχι...
Ο ίλιγγος κι ο ιδρώτας της απόφασης
τρεμόπαιζαν στο βήμα το πρώτο.
Μετά ακολούθησαν κι άλλοι.
Έτσι κάπως καταρρίπτονται τα ατομικά σου όρια
Έτσι κάπως προσπερνάς τις υφέρπουσες αμφιβολίες.
Κοιτώντας απέναντι.
Ποτέ κάτω...
hana

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

η πιο μεγάλη γιορτή!

Δεν είναι η απορία αναπόσπαστη απ' ό,τι ζητώ
τα απογεύματα πίνοντας μαζί σου ζεστή σοκολάτα
Ξέρω πλέον  να ξεδιαλύνω τα σχήματα του καφέ στην κούπα σου
Κι ο καπνός του τσιγάρου σου
όπως σχηματίζει μικρές οπτασίες
για να σβήνει τις ενοχές
αυτής της αδυναμίας
δεν μ ενοχλεί πια.
Είναι σαν μια μεγάλη γιορτή που σ έχω
με λούνα παρκ κι όλα τα παιχνίδια του
τα εδάφια και τα εναέρια...
Πρώτα απ' όλα η σκοποβολή
με μικρά αόρατα βέλη στην καρδιά σου...

Μα, όχι, όχι! Δε σε θέλω λαβωμένο!
Δεν πετώ βέλη πια.
Μόνο στέλνω μηνύματα με βλέμματα
κάθε που αιωρούμαι
πάνω από την ανέγγιχτη ομορφιά των γήινων σωμάτων
και τόσο απορεί ο κόσμος
που αρκεί, νομίζω για να είναι αυτή η γιορτή μας η πιο μεγάλη...
hana

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Να μ' αγαπάς...

Να μ' αγαπάς
όπως εκείνο το αναπάντεχο ξημέρωμα
με όλο το φως το ματιών σου
να ζεσταίνει το πιο βαθύ σου μυστικό
Να μ' αγαπάς
σ όλο το μήκος και το πλάτος
των υποθέσεων
του μήπως και του εάν
Κι έπειτα να μ' αγαπάς
χωρίς αμφιβολία
Να μ' αγαπάς
κι ας είναι όλα γύρω μας
νεκρά
Να μ' αγαπάς
παραμένοντας Δον Κιχώτης
σ έναν κόσμο που φυλλορροεί
Να μ' αγαπάς
γιατί μονάχα μαζί σου
μπορώ να φθάσω στην άκρη της ζωής μου
μέχρι εκεί που οι επιθυμίες
ακούγονται σα διαταγές
παιχνιδίσματος
να μ' αγαπάς
hana

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Μετέωρα βήματα, ασκήσεις πτήσεων...


Μετέωρες σκιές απομείναμε
σαν τους πελαργούς που ξεκουράζονται στο ένα τους πόδι.
Μετέωρες σκιές τα οράματά μας
διστάζουν να πετάξουν μακριά.
Μετέωρες αποφάσεις.
Να πάμε μπροστά;
να πετάξουμε προς το εύκρατο κλίμα;
Μετέωρες ανάσες εκεί που χαράσσονται τα επίγεια σύνορα
Όμως ο άνεμος τα διαπερνά
η σκέψη τα διαπερνά
η φαντασία τα διαπερνά
ο χρόνος τα διαπερνά.
Μετέωροι κι αναποφάσιστοι πελαργοί
που κάποτε ανοίγουμε φτερά
δυνατά, αποφασισμένα
και τότε
διαπερνώντας τη φουρτουνιασμένη θάλασσα
το ταξίδι μας φθάνει στον προορισμό του...
Επειδή τα μετέωρα βήματα
δεν είναι τίποτα άλλο
από μια δοκιμή
για τη μεγάλη τελική πτήση!
hana

για τον ποιητή του σινεμά που έφυγε αναπάντεχα πριν ένα χρόνο...

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Τώρα έμαθα τα βήματα!


Δεν έμαθες τα βήματα, έλεγες και γελούσαμε
Πάμε πάλι αγάπη μου
Τώρα τα έχω μάθει
Τόσα βράδια στο σαλόνι
η νύχτα το κατάλαβε πως δε χρειαζόμαστε πολλά φώτα
Χαμήλωσε τις απαιτήσεις της
και ύψωσε στο μαύρο θόλο
μια τελευταία παράκληση
έτσι που το μακρινό αστέρι
βυθίστηκε ψιθυρίζοντας προσευχές
Πού τελειώνει ο κόσμος; σε ρωτούσα
Που κατοικεί ο Θεός;
Πως ορίζεται το σύμπαν;
Γελούσες πάντα
με αυτή την αφέλεια των ερωτήσεων
που πάσχιζαν να ερμηνεύσουν
ποσοτικά αυτό που δεν ορίζεται
Σήκω, έλεγες κι έβαζες μουσική
Και μετά τι άλλο να πούμε;
Τι άλλο πέρα από αυτή την ακολουθία βημάτων
που έμαθα κοντά σου;
hana

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

χόρεψέ με πάλι...


Μια κορυφή έμεινε να ανέβω μαζί σου
όπως το όνειρο έμεινε μετέωρο
πάνω σε ένα αντίο που δεν έχει ειπωθεί ακόμη
περιμένοντας την Άνοιξη
που κανείς δεν προσμένει πια
στην απέλπιδα μετάλλαξη από άνθρωπο σε σύννεφο
Κι αν ο χειμώνας διαρκεί αγάπη μου
ακόμη κι αν χέρια παγωμένα απλώνουμε
λουλούδια προσφέρεις στο μέλλον μας
Τι να ξεχάσεις και τι να χορέψεις
Όλα είναι εδώ
Ακόμη τραγουδώ
Ακόμη σου γελάω
Ακόμη σε κοιτάζω πίσω από κουρτίνες ανεμίζοντας στον πρωινό άνεμο
Κι αυτή η γενναιότητα
που συγχωρεί κάθε τριγμό
κάθε παραβίαση του ασύλου του έρωτα
που και πότε
δεν έχουμε ανάγκη να ορίσουμε
καθώς οι μέρες γνέφουν σε τετράδια μισογεμάτα
Τι να γεμίσει ο πόθος ο άσβεστος
Τι να μιλήσουν οι λέξεις
Κάθε φορά που αντικρίζω την σκια σου στο δρόμο
ξέρω πως τίποτα δεν τελείωσε
Το κρασί μας είναι παλιό κι ακριβό
κι όποιος μεθύσει
διαχέεται στο διάστημα του γέλιου μιας αγάπης χωρίς σύνορα και πατρίδα
Χόρεψέ με πάλι
Χόρεψέ με αυτό το βαλς
κι ας γυρίσει ο κόσμος ανάποδα στην τελευταία μας στροφή!
hana

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

... vs τρέλα...


Μπαίνει στο μυαλό
και αποζητά τον πλήρη έλεγχο!
Θέλει να καθορίζει
την πορεία κάθε ιδέας.
Εμποδίζει τα όνειρα.
Δένει με μαντίλι τα μάτια
να απλωθεί το σκοτάδι
βαθιά μέχρι την ψυχή
Κλείνει το στόμα να μην ειπωθούν
τα λόγια της επιθυμίας.
Όμως...
υπάρχει κάτι που το νικά.
Η τρέλα!
Σε μια σχεδία καμωμένη
από όνειρα
με το πανί που μας δένουν τα μάτια
κι ένα τρελό χορό
καθώς κλυδωνίζονται
οι επιθυμίες πάνω στα κύματα...
Την τρέλα να την κρύψουμε βαθιά στην ψυχή
και θα ....
νικήσουμε!
hana